Γράφει ο Αντιστράτηγος (ε.α.) Αντώνης Βασιλείου*.
Η ολοένα και πιο
επιθετική και αντιδιπλωματική στάση της Τουρκίας στη Λιβύη και την ανατολική
Μεσόγειο έβαλε την Άγκυρα σε μια πορεία σύγκρουσης με έναν αυξανόμενο αριθμό συμμάχων
και υποστηρικτών, όχι μόνο της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και της Ιταλίας,
της Γαλλίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τον περασμένο Νοέμβριο, η Τουρκία υπέγραψε μνημόνιο με
την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) της Λιβύης, η οποία δεν λαμβάνει υπόψιν
του αρκετά Ελληνικά νησιά, συμπεριλαμβανομένων του Καστελορίζου, της Ρόδου και της
Κρήτης, πέρα από κάθε πρόβλεψη της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το
μνημόνιο αυτό ακόμη και οι ΗΠΑ το χαρακτήρισαν μεταξύ άλλων και ως «προκλητικό».
Μερικές εβδομάδες
αργότερα, το τουρκικό κοινοβούλιο ενέκρινε στρατιωτική παρέμβαση στη Λιβύη,
κλιμακώνοντας τον εμφύλιο πόλεμο της χώρας, ο οποίος φαινόταν να πλησιάζει στο
τέλος του. Στη συνέχεια, δυο μέρες πριν από τη διάσκεψη στο Βερολίνο πολλών
Δυτικών και Αραβικών κρατών που επιδιώκουν τη μόνιμη κατάπαυση του πυρός και
πολιτική λύση στον πολέμιο της Λιβύης, η Άγκυρα απέστειλε το γεωτρύπανο YAVUZ σε αδειοδοτημένο θαλάσσιο οικόπεδο το οποίο ανήκει στην
Κυπριακή ΑΟΖ.

Την Κυριακή 19 Ιανουαρίου,
ο Πρόεδρος της Τουρκίας Recep Tayyip Erdogan αναχώρησε από το Βερολίνο αμέσως μετά το πέρας της διάσκεψης, χωρίς να
παρευρεθεί στο επίσημο δείπνο. Την επόμενη μέρα, παρά το γεγονός ότι οι
συμμετέχοντες στο Βερολίνο δεσμεύτηκαν να τηρήσουν το εμπάργκο όπλων που
επιβλήθηκε από τον ΟΗΕ και να απέχουν από ενέργειες που θα επιδεινώσουν τη
σύγκρουση, το Βρετανικό Συριακό Παρατηρητήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα,
ανέφερε ότι η Τουρκία σχεδιάζει να στείλει 6.000 Σύριους επαναστάτες για να
πολεμήσουν στο πλευρό της κυβέρνησης του Fayez Mustafa al-Sarraj (GNA) στη Λιβύη.